rolo

Σάββατο, 16 Μαΐου 2015

Εις το κάστρο του Σαντάγγελου

Το γνωστό Αγγελόκαστρο βρίσκεται στην ακμή του κατά τον μεσαίωνα.

Αγγελόκαστρο 

Θρονιασμένο στην απόκρυμνη κορυφή ενός λόφου ο οποίος υψώνεται επιβλητικά πάνω από μια ευρεία έκταση ακτογραμμής γύρω από την Παλαιοκαστρίτσα, βρίσκονται οι ερειπωμένες οχυρώσεις και επάλξεις του βυζαντινού φρουρίου του Αγγελόκαστρου. Η θέα στην κορυφή του Αγγελόκαστρου είναι έξοχη και από εκεί αγναντεύει κάποιος την περιοχή κατα μήκος της βορειοδυτικής ακτογραμμής αλλά και προς το εσωτερικό του νησιού.

Αποτελεί το σημαντικότερο από τα καστέλλια της υπαίθρου. Η στρατηγική και απόρθητη θέση του στο βόρειοδυτικό άκρο του νησιού που ελέγχει σχεδόν ολόκληρη την θαλάσσια περιοχή της νότιας Αδριατικής καθόρισε την τύχη και την πορεία της Κέρκυρας για πολλούς αιώνες και έπαιξε βασικό ρόλο στην άμυνα του νησιού.

Δεν αποκλείεται η πρώτη πιθανή οχύρωση ή εγκατάσταση στον χώρο να συνέβη στους πρώτοβυζαντινούς χρόνους, 5ος – 6ος αιώνας. Αυτό δείχνουν ανασκαφικά ευρήματα αλλά και δύο παλαιοχριστιανικά θωράκια που διασώθηκαν στον χώρο. Παρότι δεν υπάρχει μαρτυρία τεκμήρια, αν εξετάσουμε το ιστορικό πλαίσιο του βυζαντινού κράτους κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, ίσως μπορούμε να δεχθούμε ότι οι Κομνηνοί αυτοκράτορες σχετίζονται με το Αγγελόκαστρο. Εκείνα τα χρόνια οι βυζαντινοί αποχαιρετούν για πάντα τις κτήσεις τους στην νότιο Ιταλία και η Κορυφώ γίνεται σύνορο ανάμεσα στο βυζαντινό κράτος και τους δυτικούς γείτονες. Ίσως λοιπόν οι Κομνηνοί να προέβησαν σε οχυρωματικά έργα στον χώρο προκειμένου να προστατεύσουν την Κέρκυρα από τον εκ δυσμάς κίνδυνο δηλαδή τσου Νορμανδούς της Σικελίας, οι οποίοι είχαν καταστήσει το νησί επίκεντρο πολεμικών συγκρούσεων κατά τον 11ο και 12ο αιώνα.

Η Κέρκυρα εκείνα τα χρόνια ήταν περιζήτη νύφη και την διεκδικούσαν διαρκώς διάφοροι επίδοξοι μνηστήρες. Τελικά το 1267 την έριξαν στην αγκαλιά τους οι Ανδηγαυοί ηγεμόνες της Νάπολης. Το Αγγελόκαστρο όμως περιήλθε υπό την εξουσία τους μόλις το 1272 όταν καταλήφθηκε στο όνομα τους από τον Ιταλό Giordano di San Felice. Αυτό το μάθαμε από την  έκθεση παραλαβής του κάστρου που αποτελεί την παλαιότερη ως τώρα γραπτή αναφορά σε αυτό. Στην σχετική έκθεση αναφέρονται αναλυτικά τα όπλα και τα εφόδια που βρέθηκαν στο καστέλλι και η ανάληψη της υπηρεσίας από νέους καστροφύλακες. Τοτε ονομαζόταν Castrum Sancti Angeli και εκτός από άλλα οικοδομήματα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της φρουράς ήταν εφοδιασμένο με στέρνες και ανεμόμυλο. Όπως μαρτυρούν άλλα τεκμήρια το Αγγελόκαστρο βρισκόταν διαρκώς σε λειτουργία επι Ανδηγαυών και η τοπική διοίκηση φρόντιζε ένα σημαντικό μέρος της εγχώριας παραγωγής προϊόντων να διατίθεται για τον εφοδιασμό του.

Κατά την προσάρτηση της Κέρκυρας στους Βενετσιάνους το 1386 το Αγγελόκαστρο κατείχε ο αξιωματούχος της Ανδηγαυικής διοίκησης Jacopo da Gaeta και αποτελούσε εστία αντίστασης πιστή στους Ανδηγαυούς. Κυριεύθηκε από τους Βενετούς τον Αύγουστο του 1386 δια της εφόδου. Στην επιχειρήση πήραν μέρος και πολλοί Κορφιάτες. Μάλιστα σε έγγραφο μνημονεύεται η καταβολή ανταμοιβής από μέρους της Βενετσιάνικης Γερουσίας στον Γεώργιο Γαρνέλη ο οποίος τραυματίστηκε κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων εναντίον του Αγγελοκάστρου.

Οι επόμενες πολεμικές συγκρούσεις στον χώρο δεν άργησαν να έρθουν. Το 1403 μια ομάδα Γενοβέζων (ορκισμένων αντιπάλων των Βενετσιάνων) μισθοφόρων, καθ’οδόν προς την Παλαιστίνη, αποβιβάστηκε σε αυτή την πλευρά του νησιού. Αφού λεηλάτησε την μονή της Παλαιοκαστρίτσας επιτέθηκε εναντίον του Αγγελόκαστρου στο οποίο είχαν βρει καταφύγιο οι χωρικοί της γύρω περιοχής και οι μοναχοί της μονής. Έπειτα από μακρόχρονο ασέδιο οι επιτιθέμενοι τα μάζεψαν και έφυγαν αφού οι αμυνόμενοι και οι ποπολάροι τους φάνηκαν πιο ζόρικοι απ’ ό,τι περίμεναν. Μάλιστα λέγεται ότι στην περιοχή των Δουκάδων μια ομάδα ντόπιων πλακώθηκε με τσου Γενοβέζους και τσου νίκησε.

Η επόμενη φορά που το Αγγελόκαστρο αντιμετώπισε επίδοξους κατακτητές ήταν το 1537 κατά την τουρκική πολιορκία. Οι Τούρκοι πολιορκούσαν ασφυκτικά την πόλη των Κορφών. Παράλληλα περνούσαν δια πυρρός και σιδήρου την κερκυραϊκή ύπαιθρο ειδικά όταν είδαν ότι οι προσπάθειες κατάληψης τση πόλης απέβαιναν άκαρπες. Το Αγγελόκαστρο όμως αντιστάθηκε επιτυχώς στις επιθέσεις των Αγαρηνών οι οποίοι, σύμφωνα με τον ιστορικό Marco Guazzo επέδραμαν τέσσερις φορές εναντίον του αποτυγχάνοντας παταγωδώς και τις τέσσερις. Μάλιστα κατά την τελευταία επίθεση τους πήραν στο κυνήγι οι αμυνόμενοι εκτοξεύοντας εναντίον τους πέτρες και βέλη. Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι στο κάστρο βρήκαν καταφύγιο περίπου 3000 (ίσως υπερβολικός αριθμός) ποπολάροι, αποφεύγοντας έτσι την αιχμαλωσία ή τον θάνατο. Γεγονός που σήμερα προκαλεί έκπληξη αν κρίνει κανείς από την στενότητα του χώρου.

Οι πολεμικές δραστηρίοτητες των Τούρκων στα πλαίσια των Ενετοτουρκικών πολέμων δεν έλεγαν να σταματήσουν. Το 1571 επιστρέφουν και πάλι με μια μικρότερης έκτασης αλλά εξίσου καταστροφική πολιορκία. Πάλι η φρουρά του Αγγελόκαστρου, στο οποίο είχαν βρει καταφύγιο γύρω στις 4000 ψυχές, αντιστάθηκε σθεναρά αποκρούοντας τις επιθέσεις των Τούρκων.

Η τελευταία προσπάθεια των Τούρκων για κατάληψη της νήσου έγινε κατά την μεγάλη πολιορκία του 1716. Για άλλη μια φορά απέβησε άκαρπη και το Αγγελόκαστρο αποτέλεσε ξανά σανίδα σωτηρίας για τους κατοίκους των γύρω περιοχών.

Καθ’ όλη την διάρκεια της Ενετοκρατίας το Αγγελόκαστρο βρίσκεται πάντα στο προσκήνιο εφόσον η λειτουργία εξασφαλίζει την ασφάλεια της νήσου αλλά και την επιτήρηση της θαλάσσιας κίνησης στην Αδριατική, βασική μέριμνα της Σερενίσιμα. Ο διοικητής του με τον τίτλο του καστελλάνου συνήθως διοριζόταν από το συμβούλιο τση πόλης των Κορφών για ένα χρόνο και ήταν ευγενής. Επίσης πολλές φορές η φρουρά του ενισχύονταν με στρατιώτες που στρατολογούνταν από τα γύρω χωριά.

Μετά το πέρας της Ενετικής κυριαρχίας το 1797 το Αγγελόκαστρο έχασε την στρατηγική του σημασία. Οι Φρανσέζοι, ρεπουμπλικάνοι αλλά και αυτοκρατορικοί μάλλον το χρησιμοποίησαν μόνο ως παρατήριο για την επόπτευση της περιοχής. Στα χρόνια των Εγγλέζων περιήλθε σε αχρηστία δεδομένων των αλλαγών που συνέβησαν στην πολεμική τέχνη. Έτσι αφέθηκε στα χέρια του χρόνου.

Από αυτό το άλλοτε μεγαλειώδες κτίσμα έχουν απομείνει λίγα τμήματα. Ευτυχώς όμως τα τελευταία χρόνια έγιναν εκτεταμένες επισκευές και αναστηλώσεις οι οποίες διέσωσαν ότι είχε απομείνει καθιστώντας το ένα αξιόλογο και επισκέψιμο μνημείο της Κερκυραϊκής υπαίρθου.

Στο φρούριο οδηγούμαστε από ένα μονοπάτι στην αρχή του οποίου έχουν εκσκαφεί τα θεμέλια της μονόχωρης εκκλησιάς του Αγίου Ιωάννη, άγνωστης χρονολογίας. Το κάστρο αποτελείται από ένα προτείχισμα χαμηλά στο μέσο του απόκρημνου βράχου το οποίο καλύπτει όλη την βόρεια και ανατολική πλευρά ενώ η δυτική και η νότια προστατεύονται από το απόκρημνο του εδάφους. Στο ψηλότερο σημείο βρίσκεται η ακρόπολη με την κεντρική είσοδο στα βόρεια, την οποία προστατεύει κυκλικός πύργος. Απέναντι από την κύρια πύλη τα ερείπια των κτιρίων αποτελούσαν τα καταλύματα της φρουράς, ενώ τρεις υπόγειες δεξαμενές νερού επέτρεπαν την ύδρευση του κάστρου. Μικρή πύλη υπήρχε και στην νότια πλευρά. Τα τείχη είχαν επάλξεις που σώθηκαν μόνο στην βόρειοδυτική γωνία της οχύρωσης.

Στα ανατολικά κάτω από τον μεγάλο όγκο βράχου είναι σκαμμένο μικρό παρεκκλήσι αφιερωμένο στην αγία Κυριακή με τοιχογραφίες του 18ου αιώνα και ένα περίτεχνο μαρμάρινο θωράκιο που προέρχεται από έναν άλλον ναό, πιθανόν μια παλαιοχριστιανική βασιλική. Στο ανώτερο σημείο της ακρόπολης βρίσκεται ο ναός του Ταξιάρχη στο υπέρθυρο του οποίου αναφέρεται ότι το 1734 διοικητής της φρουράς του Αγγελοκάστρου ήταν ο Αλοΐσιος Ρεγγίνης. Έξω από την εκκλησία προς τα δυτικά υπάρχουν λαξευμένες στον βράχο επτά εσοχές στο μέγεθος και στο σχήμα ενός ανθρώπου. Η χρονολόγηση και η χρήση τους δεν έχει προσδιοριστεί αλλά πιθανολογείται ότι πρόκειται για τάφους.

Ταξιάρχης

Στην κορυφή της ακρόπολης του Αγγελοκάστρου βρίσκεται ο μικρός ναός του Ταξιάρχη (Αρχάγγελος Μιχαήλ). Αναπαλαιώθηκε και μελετήθηκε διεξοδικά κατά την διάρκεια των επεμβάσεων αναστήλωσης του Αγγελοκάστρου το 2000.
 Το εκκλησάκι αυτό οικοδομήθηκε κατά τους ύστερους ή πρώτους μεταβυζαντινούς χρόνους πάνω στα ερείπια προγενέστερου κτιρίου, πιθανόν παλαιοχριστιανικού τρίκλιτου ναού.

Ο ναός στην σημερινή μορφή αποτελεί ένα μικρό ορθογώνιο κτίσμα με ημικυκλική αψίδα. Ανασκαφές που έγιναν γύρω από τον ναό καθώς και η αποκάλυψη της τοιχοποιίας του μέσω αφαίρεσης του επιχρίσματος έφεραν στο φως πολλά στοιχεία.. Έδειξαν ότι το προϋπάρχον χτίσμα, πιθανότατα δύο οικοδομικών φάσεων ήταν μια τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα δυτικά και ορθογώνια αψίδα στο ιερό. Κατά την ανέγερση του τωρινού ναού στον χώρο του κεντρικού κλίτους ενσωματώθηκε το νοτιοδυτικό τμήμα της παλαιότερης τοιχοποιίας στο οποίο μάλιστα υπήρχε το ορατό σήμερα πλίνθινο αψίδωμα βυζαντινών χρόνων.

Τα μικρά σπαράγματα τοιχογραφιών απλά μας λένε ότι ήταν κάποτε τοιχογραφημένος. Το αμφίγλυφο μαρμάρινο θωράκιο το οποίο εκτίθεται σήμερα στο εσωτερικό του ναού χρησιμοπούνταν ως αγία τράπεζα. Αυτό ανήκε σε παλαιοχριστιανικό ναό του 5ου – 6ου αιώνα και αποτελεί σοβαρό ιστορικό τεκμήριο για την χρονολόγηση όχι μόνο του ναού αλλά και του Αγγελοκάστρου.

Η επιγραφή στο υπέρθυρο της εισόδου μας πληροφορεί ότι ο ναός ανακατασκευάστηκε το 1734 από τον καστελλάνο Αλοΐσιο Ρεγγίνη.
           
Πηγές:

  • Old Corfu,  History and Culture – Ν. Σταματόπουλος
  • Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος-14ος αι.) - Σ. Ασωνίτης
  • Rock of Ages, The fascinating story of the Palaiokastritsa Monastery -  J. Forte
  • Ενημερωτικό φυλλάδιο για το Αγγελόκαστρο - ΥΠ.ΠΟ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Kairos.gr